Μετάφραση του "vierge" σε Ελληνικά

Οι παρθένα, παρθένος, παρθενικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "vierge" σε Ελληνικά.

vierge adjective noun masculine feminine γραμματική

Femme qui n'a jamais eu de rapport sexuel.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • παρθένα

    noun feminine

    Γυναίκα που δεν είχε ποτέ σεξουαλικές σχέσεις.

    Si tu es vierge, je suis un poussin duveteux.

    Αν εσύ είσαι παρθένα, τότε εγώ είμαι μάγος!

  • παρθένος

    noun masculine

    La mécanisation et les processus les plus adaptés sont utilisés pour obtenir la meilleure huile d'olive vierge extra.

    Χρησιμοποιούνται τα πλέον ενδεδειγμένα μηχανήματα και διαδικασίες με στόχο την παραγωγή του καλύτερου εξαιρετικού παρθένου ελαιολάδου.

  • παρθενικός

    adjective

    Qui n’a pas eu de relation(s) sexuelle(s)

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • Παναγία
    • κούκλα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " vierge " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Vierge noun proper masculine feminine γραμματική

Vierge (constellation) [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Παρθένος

    proper noun feminine

    Παρθένος (αστερισμός) [..]

    Eh bien, elle est confuse et surprise par la croissance de sa sexualité, comme la vierge Marie.

    Είναι μπερδεμένη κι έκπληκτη από την ανερχόμενη σεξουαλικότητα. Όπως η Παρθένος Μαρία.

Εικόνες με "vierge"

Φράσεις παρόμοιες με "vierge" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "vierge" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη