Μετάφραση του "violer" σε Ελληνικά

Οι παραβιάζω, βιάζω, βιασμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "violer" σε Ελληνικά.

violer verb γραμματική

Avoir une relation sexuelle avec quelqu'un, de force, sans son consentement. [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • παραβιάζω

    verb

    Les autorités norvégiennes estiment donc que la levée de ces restrictions violerait des principes coopératifs fondamentaux.

    Κατά συνέπεια, οι νορβηγικές αρχές θεωρούν ότι η άρση αυτών των περιορισμών θα παραβίαζε θεμελιώδεις αρχές των συνεταιρισμών.

  • βιάζω

    verb

    Comme quand un mec viole sa copine dans un club étudiant.

    Είναι λες και ο τύπος βιάζει την κοπέλα του σε σπίτι αδερφότητας.

  • βιασμός

    noun masculine

    Et moi je dis que violer n'est pas moins brutal que tuer et piller.

    Κι εγώ απλά έλεγα ότι ο βιασμός δεν είναι λιγότερο ωμός, από τους φόνους και τις λεηλασίες.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " violer " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "violer" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "violer" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη