Μετάφραση του "voltage" σε Ελληνικά
Το τάση είναι η μετάφραση του "voltage" σε Ελληνικά.
voltage
noun
masculine
γραμματική
Différence de potentiel électrique entre deux points. Unité: le volt.
-
τάση
noun feminineδιαφορά δυναμικού
Vos tenues ne peuvent pas supporter un tel voltage
Τα κοστούμια σας δεν αντέχουν τόσο μεγάλη τάση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " voltage " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "voltage"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη