Μετάφραση του "vorace" σε Ελληνικά

Οι αδηφάγος, μανιώδης, αχόρταγος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "vorace" σε Ελληνικά.

vorace adjective masculine γραμματική

Qui dévore la nourriture en grande quantité.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αδηφάγος

    adjective masculine

    Le petit homme est né vorace.

    Ο κοντός άνδρας ήταν γεννημένος αδηφάγος.

  • μανιώδης

    adjective masculine

    Je suis un vrai vorace en ce moment

    Είμαι μανιώδης αναγνώστης τελευταία, Φραν

  • αχόρταγος

    adjective masculine
  • λαίμαργος

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " vorace " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "vorace" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη