Μετάφραση του "voter" σε Ελληνικά

Οι ψηφίζω, ψήφος, ψηφίσει είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "voter" σε Ελληνικά.

voter verb γραμματική

Exprimer son choix, sa préférence lors d’une consultation publique.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ψηφίζω

    verb

    Exprimer son choix, sa préférence lors d’une votation.|1

    Ils travaillent avec zèle et nous devrions voter avec zèle.

    Εκείνοι εργάζονται με μεγάλη ευσυνειδησία έτσι και εμείς θα πρέπει να ψηφίσουμε επίσης με μεγάλη ευσυνειδησία!

  • ψήφος

    noun feminine

    Notre vote contre cette Commission ne le vise pas personnellement.

    Η ψήφος μας κατά της σημερινής Επιτροπής δεν στρέφεται κατά του ιδίου προσωπικά.

  • ψηφίσει

    Je voterai pour Tom.

    Θα ψηφίσω τον Τομ.

  • ψήφιση

    noun

    Dans le cas contraire, elle sera soumise au vote du Parlement.

    Σε αντίθετη περίπτωση, τίθεται προς ψήφιση στο Κοινοβούλιο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " voter " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "voter"

Φράσεις παρόμοιες με "voter" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "voter" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη