Μετάφραση του "voyager" σε Ελληνικά
Οι ταξιδεύω, πηγαίνω, κινούμαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "voyager" σε Ελληνικά.
voyager
verb
γραμματική
Se déplacer d'un endroit à un autre, en général en utilisant un moyen de transport.
-
ταξιδεύω
verbJe n'aime pas voyager par les airs.
Δε μ' αρέσει να ταξιδεύω με το αεροπλάνο.
-
πηγαίνω
verbJe pars en voyage.
Πηγαίνω σε ένα ταξίδι.
-
κινούμαι
verb
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- εκδράμω
- θαλασσοπορώ
- ιστιοδρομώ
- περιηγούμαι
- αλλαγή θέσης
- ταξιδεύω με πλοίο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " voyager " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "voyager"
Φράσεις παρόμοιες με "voyager" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
σακ βουαγιάζ · τσάντα ταξιδιού
-
Ημερολόγια Μοτοσικλέτας
-
ένα ταξίδι χιλίων μιλίων ξεκινά με ένα μόνο βήμα
-
Ταξίδι στο χρόνο
-
Παρθενικό ταξίδι
-
Ταξιδιωτική λογοτεχνία
-
κοσμογυρισμένος
-
γραφείο ταξιδίων · τουριστικό πρακτορείο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη