Μετάφραση του "yard" σε Ελληνικά
Οι γιάρδα, αυλή, προάυλιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "yard" σε Ελληνικά.
yard
noun
masculine
γραμματική
Unité de longueur utilisée dans plusieurs systèmes métriques, égale à trois pieds (0,914 m), de symbole "yd".
-
γιάρδα
noun feminineCette étoffe ne coûte pourtant que 9 shillings le yard.
Αν και κοστίζει 9 σελίνια η γιάρδα.
-
αυλή
noun feminineVous me rencontrerez au Kemper recycling yard.
Συνάντησέ με στην αυλή του Κέντρου Ανακύκλωσης Κέμπερ.
-
προάυλιο
noun
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- περίβολος
- περίγυρος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " yard " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη