Μετάφραση του "yeux" σε Ελληνικά

Οι μάτι, οφθαλμός, ομμάτιον είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "yeux" σε Ελληνικά.

yeux noun masculine γραμματική

Ensemble des deux yeux d'un être humain.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μάτι

    noun neuter

    Je pense que tes yeux sont très beaux.

    Κατά τη γνώμη μου είναι τα μάτια σου πολύ όμορφα.

  • οφθαλμός

    noun masculine

    M. Romack s'orienta vers un " oeil pour oeil, colle pour colle ".

    Ο κος Ρόμακ έκανε το οφθαλμός αντί οφθαλμού, κόλλα αντί κόλλας.

  • ομμάτιον

    neuter
  • όμμα

    neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " yeux " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "yeux"

Φράσεις παρόμοιες με "yeux" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "yeux" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη