Μετάφραση του "dall" σε Ελληνικά

Οι τυφλός, αόματος, στραβός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dall" σε Ελληνικά.

dall adjective verb noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιρλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • τυφλός

    adjective

    D’fhiafraigh na daoine de: ‘Cén fáth nach bhfuil tú dall níos mó?’

    Οι άνθρωποι τον ρωτούσαν: “Γιατί δεν είσαι πια τυφλός;”

  • αόματος

  • στραβός

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dall " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "dall" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dall" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη