Μετάφραση του "gaol" σε Ελληνικά
Οι συγγενής, αίμα, οικείος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "gaol" σε Ελληνικά.
gaol
noun
masculine
γραμματική
-
συγγενής
noun masculineTá do bhean gaoil, Eiliosaibeit, ag iompar clainne chomh maith.’
Και η συγγενής σου η Ελισάβετ είναι έγκυος”.
-
αίμα
noun neuter -
οικείος
noun masculine
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- συγγένεια
- σχέση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " gaol " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Gaol
-
συγγένεια
noun
Φράσεις παρόμοιες με "gaol" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
σχέση ένα προς πολλά
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη