Μετάφραση του "stoc" σε Ελληνικά
Οι σάλπιγγα, κορμός, ρίζα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stoc" σε Ελληνικά.
stoc
noun
masculine
γραμματική
-
σάλπιγγα
noun feminine -
κορμός
noun masculine -
ρίζα
noun feminine
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- τρομπέτα
- ζωικό κεφάλαιο
- ζωμός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " stoc " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "stoc" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εγκεφαλικό στέλεχος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη