Μετάφραση του "Alkohol" σε Ελληνικά

Οι Αλκοόλ, αλκοόλ, αλκοόλη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Alkohol" σε Ελληνικά.

Alkohol
+ Προσθήκη

Κροατικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αλκοόλ

    Alkohol uvelike doprinosi nasilju u obitelji i seksualnom zlostavljanju.

    Το αλκοόλ συντελεί σε αξιοσημείωτο βαθμό στη βία στο σπίτι και στις σεξουαλικές επιθέσεις.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Alkohol " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

alkohol masculine
+ Προσθήκη

Κροατικά-Ελληνικά λεξικό

  • αλκοόλ

    noun neuter

    Jedna vrsta alkohola se čuva u bačvi od hrasta, i destiliše od šecerne trske.

    Είναι τύπος αλκοόλ που ωριμάζει σε δρύινα βαρέλια.

  • αλκοόλη

    noun feminine

    Alkoholna pića, uključujući bezalkoholne nadomjestke i nadomjestke s niskim udjelom alkohola

    Ποτά με αλκοόλη, συμπεριλαμβανομένων των αντίστοιχων προϊόντων χωρίς αλκοόλη ή με χαμηλή περιεκτικότητα σε αλκοόλη

  • οινόπνευμα

    noun neuter

    Znam za neki eter i trljanje alkoholom u mom medicinskom ormariću.

    Ξέρω ότι υπάρχει αιθέρας, και οινόπνευμα για εντριβές, στο ντουλαπάκι για τα φάρμακα.

  • αλκοολούχο υγρό

    noun

    1.„ Etilni alkohol poljoprivrednog podrijetla” znači alkoholna tekućina koja ima sljedeća svojstva:

    1)«Αιθυλική αλκοόλη γεωργικής προέλευσης»: το αλκοολούχο υγρό που έχει τις ακόλουθες ιδιότητες:

Εικόνες με "Alkohol"

Φράσεις παρόμοιες με "Alkohol" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Alkohol" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη