Μετάφραση του "Etilen" σε Ελληνικά
Οι Αιθένιο, αιθένιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Etilen" σε Ελληνικά.
Etilen
-
Αιθένιο
Zajednički naziv za etilen, propilen, butilen i butadien ili njihove smjese
Συλλογικός όρος ο οποίος περιλαμβάνει αιθένιο, προπένιο, βουτένιο και βουταδιένιο, ή μείγματά τους
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Etilen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
etilen
-
αιθένιο
noun neuterZajednički naziv za etilen, propilen, butilen i butadien ili njihove smjese
Συλλογικός όρος ο οποίος περιλαμβάνει αιθένιο, προπένιο, βουτένιο και βουταδιένιο, ή μείγματά τους
Φράσεις παρόμοιες με "Etilen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Εποξυαιθάνιο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη