Μετάφραση του "alkaloid" σε Ελληνικά
Οι αλκαλοειδή, Αλκαλοειδή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "alkaloid" σε Ελληνικά.
alkaloid
-
αλκαλοειδή
Polijeganje uzrokuje neravnomjerno zrenje i tijekom žetve dovodi do onečišćenja alkaloidima.
Το πλάγιασμα προκαλεί άνιση ωρίμανση και οδηγεί σε μόλυνση από αλκαλοειδή κατά τη συγκομιδή.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " alkaloid " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Alkaloid
-
Αλκαλοειδή
– alkaloidi kininovca i njihovi derivati; njihove soli
– Αλκαλοειδή της κίνας και τα παράγωγά τους. Άλατα των προϊόντων αυτών
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη