Μετάφραση του "apetit" σε Ελληνικά

Το όρεξη είναι η μετάφραση του "apetit" σε Ελληνικά.

apetit
+ Προσθήκη

Κροατικά-Ελληνικά λεξικό

  • όρεξη

    noun feminine

    Ova ženka ima neobično zdrav apetit, što znači da će se uskoro okotiti.

    Aυτό το θηλυκό έχει ασυνήθιστα υγιή όρεξη... γιατί πρόκειται να γεννήσει.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " apetit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "apetit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη