Μετάφραση του "arhivist" σε Ελληνικά

Οι αρχειονόμος, αρχειοφύλακας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "arhivist" σε Ελληνικά.

arhivist
+ Προσθήκη

Κροατικά-Ελληνικά λεξικό

  • αρχειονόμος

    osoba koja skuplja, organizira, čuva, daje pristup informacijama koje imaju dugotrajnu vrijednost

  • αρχειοφύλακας

    noun masculine

    Jesi li još uvijek arhivista reda?

    Είσαι ακόμα ο αρχειοφύλακας της τάξης;

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " arhivist " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "arhivist" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη