Μετάφραση του "aspirin" σε Ελληνικά
Το ασπιρίνη είναι η μετάφραση του "aspirin" σε Ελληνικά.
aspirin
-
ασπιρίνη
noun feminineNovi lijek protiv zgrušavanja krvi koji je u kombinaciji sa aspirinom, izazvao da iskrvari na smrt kroz čir.
Ένα νέο θρομβολυτικό φάρμακο σε συνδυασμό με ασπιρίνη της προκάλεσε ακατάσχετη αιμορραγία από ένα έλκος.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " aspirin " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "aspirin"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη