Μετάφραση του "ateist" σε Ελληνικά

Οι άθεος, αθεϊστής, άπιστος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ateist" σε Ελληνικά.

ateist γραμματική
+ Προσθήκη

Κροατικά-Ελληνικά λεξικό

  • άθεος

    noun masculine

    Cijeli život ateista, pogledao krila i nešto se promijenilo u tebi.

    Μία ζωή άθεος, ρίχνεις μία ματιά στα φτερά και κάτι άλλαξε μέσα σου.

  • αθεϊστής

    noun masculine

    Ja osobno nemam dovoljno vjere da bih bio ateist.

    Δεν έχω προσωπικά αρκετή πίστη για να είμαι αθεϊστής.

  • άπιστος

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ateist " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ateist" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη