Μετάφραση του "autobus" σε Ελληνικά
Οι λεωφορείο, πούλμαν, Λεωφορείο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "autobus" σε Ελληνικά.
autobus
masculine
γραμματική
-
λεωφορείο
noun neuterOni su bili prvi koji su ušli u autobus.
Ηταν οι πρώτοι που μπήκαν στο λεωφορείο.
-
πούλμαν
noun neuterAtrijanska sedmorka ce autobusom biti odvedena u grad.
Οι επτά ατριανοί θα πάνε με το πούλμαν στην πόλη.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " autobus " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Autobus
-
Λεωφορείο
όχημα σχεδιασμένο για την μαζική μεταφορά επιβατών
Oni su bili prvi koji su ušli u autobus.
Ηταν οι πρώτοι που μπήκαν στο λεωφορείο.
Εικόνες με "autobus"
Φράσεις παρόμοιες με "autobus" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
λεωφορείο · πούλμαν
-
λεωφορείο · πούλμαν
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη