Μετάφραση του "bol" σε Ελληνικά

Οι πόνος, άλγος, λύπη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bol" σε Ελληνικά.

bol
+ Προσθήκη

Κροατικά-Ελληνικά λεξικό

  • πόνος

    noun masculine

    neugodan osjećaj

    Taj moj bol u grudima, ima li medicinski izraz za to?

    Οι πόνοι στο στήθος, πρέπει να υπάρχει ιατρικός όρος γι'αυτό.

  • άλγος

    noun neuter

    Difuzna abrominalna bol, trauma u donjem lijevom ekstremitetu.

    Διάχυτο κοιλιακό άλγος, τραύμα στο κάτω αριστερό άκρο.

  • λύπη

    noun feminine

    Jedan uzrokuje mi bol, jedan je stvaranje mene palačinke.

    Η μία μου προκαλεί λύπη, η άλλη μου φτιάχνει κρέπες.

  • θλίψη

    noun feminine

    Ona neće znati za teškoće i bol nas koji ostajemo.

    Eκείvη δεv θα γvωρίσει ποτέ τα βάσαvα και τη θλίψη όσωv μέvουμε πίσω.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bol " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "bol" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bol" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη