Μετάφραση του "bor" σε Ελληνικά

Οι βόριο, πεύκο, γένος πεύκων είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bor" σε Ελληνικά.

bor
+ Προσθήκη

Κροατικά-Ελληνικά λεξικό

  • βόριο

    noun neuter

    χημικό στοιχείο με σύμβολο B και ατομικό αριθμό 5 [..]

    Morat ćemo ju neutralizirati s kalcijem i borom.

    Πρέπει να την εξουδετερώσουμε με ασβέστιο και βόριο.

  • πεύκο

    noun neuter

    I obrisao si krv sa nekakvim čistačem sa mirisom bora.

    Και καθάρισες το αίμα με ένα καθαριστικό που μύριζε πεύκο.

  • γένος πεύκων

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bor " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Bor

Bor (mitologija)

+ Προσθήκη

Κροατικά-Ελληνικά λεξικό

  • Μπορ

    Bor (mitologija)

    Bor je učestvovao u pravljenju atomske bombe jer je mislio da će to donijeti mir.

    Ο Μπορ έφτιαξε την ατομική βόμβα για να φέρει ειρήνη.

Εικόνες με "bor"

Φράσεις παρόμοιες με "bor" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bor" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη