Μετάφραση του "darivati" σε Ελληνικά

Οι δίνω, δωρίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "darivati" σε Ελληνικά.

darivati
+ Προσθήκη

Κροατικά-Ελληνικά λεξικό

  • δίνω

    verb

    Volim darivati lijepe dame.

    Μου αρέσει να δίνω δώρα σε όμορφες κοπέλες.

  • δωρίζω

    verb

    Trebat ćete Duha Svetoga, ne jednom, nego onoliko puta koliko vam ga Bog bude darivao za vašeg stalnog suputnika.

    Θα χρειασθείτε το Άγιο Πνεύμα, όχι μία φορά αλλά τόσο συχνά όσο σας το δωρίζει ο Θεός ως μόνιμο σύντροφό σας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " darivati " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "darivati" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη