Μετάφραση του "dielektrik" σε Ελληνικά
Οι διηλεκτρικό, κακός αγωγός, μονωτήρας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dielektrik" σε Ελληνικά.
dielektrik
-
διηλεκτρικό
nounTransformatori s tekućim dielektrikom, kapaciteta snage ≤ 650 kVA
Μετασχηματιστές με διηλεκτρικό υγρό, ισχύος ≤ 650 kVA
-
κακός αγωγός
nounU ovaj se podbroj razvrstava i papir za kondenzatore, elektroizolacijski papir što ga se rabi u kondenzatorima kao dielektrik.
Η διάκριση αυτή περιλαμβάνει επίσης κυρίως το χαρτί για πυκνωτές, το οποίο είναι κακός αγωγός του ηλεκτρισμού και χρησιμοποιείται στους πυκνωτές ως διηλεκτρικό μέσο.
-
μονωτήρας
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " dielektrik " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Dielektrik
-
διηλεκτρικό
Transformatori s tekućim dielektrikom, kapaciteta snage ≤ 650 kVA
Μετασχηματιστές με διηλεκτρικό υγρό, ισχύος ≤ 650 kVA
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη