Μετάφραση του "fen" σε Ελληνικά

Οι πιστολάκι, σεσουάρ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fen" σε Ελληνικά.

fen
+ Προσθήκη

Κροατικά-Ελληνικά λεξικό

  • πιστολάκι

    noun

    Da li tvoja majka ima fen koji mogu da upotrijebim?

    Έχει η μητέρα σου ένα πιστολάκι για τα μαλλιά που να μπορώ να χρησιμοποιήσω;

  • σεσουάρ

    noun

    Mojoj ženi ukradoše fen sinoć, pravo iz kupatila

    Το σεσουάρ της γυναίκας μου εκλάπη από το μπάνιο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " fen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "fen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη