Μετάφραση του "fond" σε Ελληνικά
Οι απόθεμα, κεφάλαιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fond" σε Ελληνικά.
fond
-
απόθεμα
noun neuterKljučni element izračuna prema metodi stratifikacije su podaci o stambenom fondu.
Ένα βασικό στοιχείο του υπολογισμού σύμφωνα με τη μέθοδο διαστρωμάτωσης είναι οι πληροφορίες σχετικά με το απόθεμα κατοικιών.
-
κεφάλαιο
noun neuterUključuje izravna vlasnička ulaganja i ulaganja u fondove poduzetničkog kapitala.
Περιλαμβάνουν άμεσες επενδύσεις μετοχικού κεφαλαίου και επενδύσεις σε ταμεία επιχειρηματικών κεφαλαίων.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " fond " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "fond" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κατανομή της κοινοτικής χρηματοδότησης
-
Διεθνές Ταμείο Γεωργικής Αναπτύξεως
-
ζωικοί πόροι
-
Αντισταθμιστικό κεφάλαιο
-
Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο
-
Ταμείο των Ηνωμένων Εθνών για τη Δημογραφία
-
Ταμείο Συνοχής
-
απόθεμα · κεφάλαιο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη