Μετάφραση του "godine" σε Ελληνικά
Οι ηλικία, ιστορική περίοδος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "godine" σε Ελληνικά.
godine
-
ηλικία
noun feminineLik uđe u srednje godine, odjednom gleda smrti u oči.
O τύπoς φτάvει στη μέση ηλικία κι αρχίζει vα φoβάται τov θάvατo.
-
ιστορική περίοδος
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " godine " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "godine" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εποχή
-
τρίτη ηλικία
-
καλλιεργητική περίοδος
-
σεληνιακό έτος
-
οικονομικό έτος
-
έτος φωτός
-
ευτυχισμένος ο καινούριος χρόνος · καλή χρονιά
-
Δίσεκτο έτος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη