Μετάφραση του "gorivo" σε Ελληνικά

Οι καύσιμο, αέριο, γκάζι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "gorivo" σε Ελληνικά.

gorivo
+ Προσθήκη

Κροατικά-Ελληνικά λεξικό

  • καύσιμο

    noun neuter

    Udjeli treseta, ksilita i fosilne tvari u miješanim gorivima ili materijalima ne smatraju se biomasom.

    Η τύρφη, ο ξυλίτης και τα ορυκτά κλάσματα των μεικτών καυσίμων ή υλικών δεν θεωρούνται βιομάζα.

  • αέριο

    noun neuter

    Primjenjivo u okviru ograničenja povezanih s značajkama procesnog goriva i raspoloživim prostorom.

    Εφαρμόζεται στο πλαίσιο των περιορισμών που συνδέονται με τα χαρακτηριστικά του αερίου διεργασιών και τη διαθεσιμότητα του χώρου.

  • γκάζι

    noun

    Sigurno je radio dok nije nestalo goriva.

    Πρέπει να καθόταν εδώ, τρέχοντας μέχρι που ξέμεινε από γκάζι.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εύφλεκτο υλικό
    • καύσιμα
    • καύσιμη ύλη
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " gorivo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "gorivo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "gorivo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη