Μετάφραση του "helikopter" σε Ελληνικά
Οι ελικόπτερο, Ελικόπτερο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "helikopter" σε Ελληνικά.
helikopter
-
ελικόπτερο
noun neuterTko god da je, njihov helikopter je onesposobljen usred polja.
Όποιος και να ήταν το ελικόπτερο του έπεσε.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " helikopter " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Helikopter
-
Ελικόπτερο
Helikopterom će vas prebacivati da osigurate koji god prostor trebate.
Θα κινηθείτε με ελικόπτερο για να ασφαλίσετε την περιοχή.
Εικόνες με "helikopter"
Φράσεις παρόμοιες με "helikopter" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
στρατιωτικό ελικόπτερο
-
πολεμικό ελικόπτερο
-
επιθετικό ελικόπτερο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη