Μετάφραση του "identitet" σε Ελληνικά

Οι ταυτότητα, οντότητα, ταυτοσημία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "identitet" σε Ελληνικά.

identitet
+ Προσθήκη

Κροατικά-Ελληνικά λεξικό

  • ταυτότητα

    noun feminine

    Dat ću Vam nove kreditne kartice, novu putovnicu i novi identitet.

    Λοιπόν, θα σου ετοιμάσω νέα πιστωτική κάρτα, διαβατήριο και ταυτότητα.

  • οντότητα

    noun

    Naime, identitet tog subjekta ne može se svesti na djelatnost koju obavlja.

    Πράγματι, μια τέτοια οντότητα δεν μπορεί να ταυτίζεται αποκλειστικώς με τη δραστηριότητα που ασκεί.

  • ταυτοσημία

    noun

    U starom pravilu o prestanku prava na prijenos gubitaka naglasak je bio na gospodarskom identitetu stečenog poduzetnika.

    Βάσει του προϊσχύσαντος κανόνα κατά τον οποίο οι ζημίες καθίσταντο άνευ αξίας, δινόταν έμφαση στην οικονομική ταυτοσημία της εξαγορασθείσας επιχειρήσεως.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " identitet " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "identitet" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "identitet" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη