Μετάφραση του "isplata" σε Ελληνικά
Οι εξόφληση, έξοδο, δαπάνη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "isplata" σε Ελληνικά.
-
εξόφληση
noun feminineUnatoč tim poteškoćama Njemačka nije ponudila rješenje za mogući način isplate prekomjernog kapitala.
Παρά τις δυσκολίες αυτές, η Γερμανία δεν έχει προσφέρει λύση που θα επέτρεπε την εξόφληση του πλεονάζοντος κεφαλαίου.
-
έξοδο
noun neuterNa zahtjev podnositelja zahtjeva ili njegovog zastupnika, moguća je isplata predujma za te troškove.
Προκαταβολή για τα έξοδα αυτά είναι δυνατή κατόπιν αιτήσεως του αιτούντος τη δικαστική αρωγή ή του εκπροσώπου του.
-
δαπάνη
noun feminineTo je bio ključni čimbenik u kašnjenju isplate plaća u Palestinskoj samoupravi.
Αυτό αποτέλεσε τον κυριότερο λόγο των καθυστερήσεων στην καταβολή των δαπανών μισθοδοσίας από μέρους της ΠΑ.
-
ξόδεμα
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " isplata " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "isplata" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
τακτική πληρωμή
-
τακτική πληρωμή