Μετάφραση του "istaknut" σε Ελληνικά
Οι διακεκριμένος, διαπρεπής, μεγάλος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "istaknut" σε Ελληνικά.
istaknut
-
διακεκριμένος
adjective masculineA dati ću ti istaknut položaj za tvoju slijedeću objavu.
Θα σου δώσω διακεκριμένη θέση στην επόμενη δήλωση.
-
διαπρεπής
adjective m;fSad je postao istaknuti zajmodavac, vise se bogatio nego njegovi sugradjani i paradirao je.
Διαπρεπής πλέον δανειοδότης, γινόταν όλο και πιο πλούσιος από τους συμπολίτες του και το επιδείκνυε.
-
μεγάλος
adjective
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- περίοπτος
- σπουδαίος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " istaknut " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "istaknut" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
επισήμανση · επισημαίνω · μαρκάρω · σημαδεύω · σχολιάζω · τονίζω · υπογραμμίζω
-
γίνομαι · διαμορφώνομαι · εξέχω · καθίσταμαι · ξεχωρίζω
-
Χώρος ανάδειξης μέσω Internet
-
Προβολή επισημάνσεων
-
διακρίνομαι · διαπρέπω · εξέχω · λάμπω · ξεχωρίζω
-
διατείνομαι · τονίζω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη