Μετάφραση του "kanal" σε Ελληνικά

Οι κανάλι, δίαυλος, δίοδος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kanal" σε Ελληνικά.

kanal
+ Προσθήκη

Κροατικά-Ελληνικά λεξικό

  • κανάλι

    noun neuter

    Προσδιορίζεται το κανάλι επικοινωνίας

    Promijenio sam kanal da se djeca ne prestraše.

    Άλλαξα το κανάλι για να μην τρομάξουν τα παιδιά μου.

  • δίαυλος

    noun

    Samo ako taj kanal nije dostupan, može se koristiti drugim primjerenim sredstvom komunikacije koje je prikladno osigurano.

    Μόνον αν ο δίαυλος αυτός δεν είναι διαθέσιμος, μπορεί να χρησιμοποιηθούν άλλα, αρκούντως ασφαλή και κατάλληλα μέσα επικοινωνίας.

  • δίοδος

    noun feminine

    Držimo pomočne kanale otvorene, i nadamo se, da neće doči do katastrofe.

    Mε τέτοιες διόδους ανοιχτές, ελπίζουμε να αποτρέψουμε καταστροφές.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • διοχέτευση
    • διώρυγα
    • αγωγός
    • ηλεκτρικός δίαυλος
    • κανάλι υγρών
    • ρεύμα
    • σωλήνας
    • σωλήνας μεταφοράς υγρών ή ρεύματος
    • τηλεοπτικό κανάλι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " kanal " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Kanal
+ Προσθήκη

Κροατικά-Ελληνικά λεξικό

  • Διώρυγα

    To ga je potaknulo da se počne baviti idejom o izgradnji Oberlandskog kanala, kako se kanal tada nazivao.

    Με αυτή την ιδιότητα, ο Στίνκε μελέτησε την ιδέα της κατασκευής της Διώρυγας Όμπερλαντ, όπως ονομαζόταν τότε.

Φράσεις παρόμοιες με "kanal" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "kanal" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη