Μετάφραση του "karizma" σε Ελληνικά
Οι έλξη, θείο χάρισμα, χάρισμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "karizma" σε Ελληνικά.
karizma
-
έλξη
noun feminine -
θείο χάρισμα
noun neuter -
χάρισμα
noun neuterI u tome leži istinska bit njegove karizme.
Και εδώ θα φανεί το πραγματικό του χάρισμα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " karizma " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη