Μετάφραση του "kiseline" σε Ελληνικά

Οι οξύ, οξύ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kiseline" σε Ελληνικά.

kiseline
+ Προσθήκη

Κροατικά-Ελληνικά λεξικό

  • οξύ

    noun neuter

    Može se izostaviti otparivanje u prisutnosti fluoridne kiseline.

    Η εξάτμιση με υδροφθορικό οξύ μπορεί να παραλειφθεί.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " kiseline " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Kiseline
+ Προσθήκη

Κροατικά-Ελληνικά λεξικό

  • οξύ

    noun

    χημικών ουσιών που εμφανίζει ένα σύνολο κοινών ιδιοτήτων, γνωστών ως «όξινος χαρακτήρας» ή «όξινη αντίδραση».

    Može se izostaviti otparivanje u prisutnosti fluoridne kiseline.

    Η εξάτμιση με υδροφθορικό οξύ μπορεί να παραλειφθεί.

Φράσεις παρόμοιες με "kiseline" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "kiseline" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη