Μετάφραση του "maslo" σε Ελληνικά
Οι βουτυρέλαιο, βούτυρο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "maslo" σε Ελληνικά.
maslo
-
βουτυρέλαιο
-
βούτυρο
noun neuterMogu jesti tijesto s maslom, švapskim sirom ili kečapom.
Μπορούν να φάνε μακαρόνια με βούτυρο ή τυρί ή κέτσαπ.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " maslo " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "maslo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Γκαράμ μασάλα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη