Μετάφραση του "plin" σε Ελληνικά

Οι αέριο, ατμός, γκάζι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "plin" σε Ελληνικά.

plin γραμματική
+ Προσθήκη

Κροατικά-Ελληνικά λεξικό

  • αέριο

    noun neuter

    Sintezni se plin dovodi u tornjeve za izmjenu i pretvarač amonijaka.

    Το αέριο σύνθεσης τροφοδοτείται σε πύργους ανταλλαγής και σε μετατροπέα αμμωνίας.

  • ατμός

    noun masculine

    Sa prvim erupcijama vulkana, jedan od plinova je bila novaca.

    Καθώς τα πρώτα ηφαίστεια άρχισαν να εκρύγνυνται, ένα απ'τα αέρια που απελευθερώθηκε ήταν ο ατμός.

  • γκάζι

    noun

    Kažem ti, jedini plin koji osjećam je onaj od Pabla.

    Ben, σου λέω, το μόνο γκάζι μου μυρίζω έρχεται από το Ρablo.

  • φωταέριο

    noun

    Ova pozicija obuhvaća električnu energiju, plin i druga kruta i tekuća goriva i pogonska goriva.

    Καταγράφονται εδώ η ηλεκτρική ενέργεια, το φωταέριο και όλα τα άλλα στερεά και υγρά καύσιμα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " plin " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "plin" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "plin" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη