Μετάφραση του "pljenidba" σε Ελληνικά
Οι κατάσχεση, δήμευση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pljenidba" σε Ελληνικά.
pljenidba
-
κατάσχεση
noun feminineStoga pljenidba iznosa, koji su namijenjeni korisnicima, može negativno utjecati na financiranje zajedničke strukturne politike.
Ως εκ τούτου, κατάσχεση ποσών που προορίζονται για δικαιούχους μπορεί να βλάψει τη χρηματοδότηση της κοινής διαρθρωτικής πολιτικής.
-
δήμευση
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " pljenidba " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη