Μετάφραση του "ribolov" σε Ελληνικά
Οι αλιεία, ψάρεμα, αλιεία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ribolov" σε Ελληνικά.
ribolov
-
αλιεία
noun feminineU okviru ove kvote nije dopušten ciljani ribolov.
Δεν επιτρέπεται κατευθυνόμενη αλιεία στο πλαίσιο της ποσόστωσης αυτής.
-
ψάρεμα
noun neuterIdemo u ribolov, kao i svakog dana posljednja dva tjedna.
Πάμε για ψάρεμα, όπως κάναμε και τις περασμένες δύο εβδομάδες.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ribolov " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Ribolov
-
αλιεία
nounRibolovom haringe u srednjemu vijeku isprva je dominirala tadašnja danska pokrajina Skåne.
Η αλιεία της ρέγγας, κατά τον Μεσαίωνα κυριαρχείτο αρχικά από την τότε περιοχή της Δανίας Skåne.
Φράσεις παρόμοιες με "ribolov" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Αλιευτικός τουρισμός
-
παραδοσιακή αλιεία
-
αλιεία σε γλυκά ύδατα
-
ψάρεμα
-
δικαίωμα αλιείας
-
ψάρεμα
-
καλάμι
-
ειδική άδεια αλιείας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη