Μετάφραση του "rod" σε Ελληνικά

Οι γένος, συγγενής, φύλο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rod" σε Ελληνικά.

rod
+ Προσθήκη

Κροατικά-Ελληνικά λεξικό

  • γένος

    noun neuter

    ταξινομική βαθμίδα της βιολογίας για την κατάταξη των έμβιων όντων

    Reci mi da smo barem sam određuje što rod pripada.

    Πες μου ότι έχουμε τουλάχιστον προσδιορίσει σε τι γένος ανήκει.

  • συγγενής

    noun masculine

    Star je, ili u rodu, ili prezločest da kaže svojima.

    Είναι μεγάλος ή συγγενής ή πολύ κακός για να τους το πει.

  • φύλο

    noun neuter

    εύρος από φυσικά, πνευματικά, και συμπεριφορικά χαρακτηριστικά που διακρίνουν μεταξύ της αρσενικότητας και θηλυκότητας

    Svi pokazatelji raščlanjuju se po rodu, ako je to moguće.

    Όλοι οι δείκτες αναλύονται ανά φύλο, όπου αυτό είναι δυνατόν.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • οικογένεια
    • σόι
    • γενιά
    • καταγωγή
    • οικείος
    • οικογενειακή σχέση
    • πρόγονοι
    • ρόδος
    • φατρία
    • φυλετικότητα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " rod " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Rod

Rod (prvobitna zajednica)

+ Προσθήκη

Κροατικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ρόδος

    proper feminine

Φράσεις παρόμοιες με "rod" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "rod" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη