Μετάφραση του "stjecati" σε Ελληνικά
Οι αγοράζω, αποκομίζω, αποκτώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stjecati" σε Ελληνικά.
stjecati
-
αγοράζω
verbZajednička će potrošnja rasti u mjeri u kojoj netržišni proizvođači stječu usluge autorskih prava.
Στο βαθμό που οι υπηρεσίες copyright αγοράζονται από παραγωγούς μη εμπορεύσιμου προϊόντος, η συλλογική κατανάλωση αυξάνεται αντιστοίχως.
-
αποκομίζω
verb -
αποκτώ
verbPosebno, ona može stjecati pokretnine i nekretnine i raspolagati njima te biti stranka u sudskim postupcima.
Δύναται ιδίως να αποκτά και να διαθέτει κινητή και ακίνητη περιουσία και να παρίσταται ενώπιον δικαστηρίου.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- διαμορφώνω
- εξασφαλίζω
- επωφελούμαι
- κάνω
- κερδίζω
- σχηματίζω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " stjecati " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη