Μετάφραση του "stola" σε Ελληνικά

Οι εσάρπα, σάλι, σάρπα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stola" σε Ελληνικά.

stola
+ Προσθήκη

Κροατικά-Ελληνικά λεξικό

  • εσάρπα

    noun

    I skini tu stolu.

    Και βγάλε την εσάρπα.

  • σάλι

    noun

    Nazovi Sally i reci da idemo prema stolu za završetak.

    Πες στη Σάλι ότι θα πάμε στο τραπέζι.

  • σάρπα

    noun

    Drugim riječima, smrtonosni hitac nije mogao biti ispaljen kroz stolu.

    'ρα, το όπλο δεν εκπυρσο - κρότησε μέσα στη σάρπα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " stola " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "stola" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Τράπεζα · Τραπέζι
  • τραπέζι εργασίας
  • γκισέ · γραφείο · θυρίδα · πάγκος · τράπεζα · τραπέζα · τραπέζι
  • sto
    εκατό · εκατόν · η οποία · ποια · τί
  • γραφείο
  • αναψυκτήριο · κυλικείο · σνακ-μπαρ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "stola" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη