Μετάφραση του "surov" σε Ελληνικά

Οι άγριος, ακατέργαστος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "surov" σε Ελληνικά.

surov
+ Προσθήκη

Κροατικά-Ελληνικά λεξικό

  • άγριος

    adjective masculine

    Prilično si surov kad se radi o mami.

    Γίνεσαι πολύ άγριος όταν έχει να κάνει με τη μαμά.

  • ακατέργαστος

    adjective masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " surov " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "surov" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη