Μετάφραση του "vrtlarstvo" σε Ελληνικά
Οι κηπουρική, κηπευτική, κηποκομία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "vrtlarstvo" σε Ελληνικά.
vrtlarstvo
-
κηπουρική
noun feminineUsmjerit ćemo svoju snagu na sportove, vrtlarstvo i na kulturne aktivnosti, što se njih tiče.
Θα αφοσιωθούμε στα αθλήματα και στην κηπουρική, στις πολιτιστικές δραστηριότητες, αυτό θα βλέπουν.
-
κηπευτική
noun feminineOtpad iz poljoprivrede, vrtlarstva, proizvodnje vodenih kultura, šumarstva, lova i ribarstva
απόβλητα από γεωργία, κηπευτική, υδατοκαλλιέργεια, δασοκομία, θήρα και αλιεία
-
κηποκομία
-
φυτοκομία
noun femininePrimjena ograničena na vrtlarstvo (povrtlarstvo, uzgoj cvijeća, uzgoj drveća, uzgoj sadnica).
Χρήση που περιορίζεται στη φυτοκομία (κηπευτικά, ανθοκομία, δενδροκομία, φυτώρια)
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " vrtlarstvo " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "vrtlarstvo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
μετατροπή στη δενδροκηποκομία
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη