Μετάφραση του "Gason" σε Ελληνικά

Το αγόρι είναι η μετάφραση του "Gason" σε Ελληνικά.

Gason
+ Προσθήκη

Αϊτιανά-Ελληνικά λεξικό

  • αγόρι

    noun

    ανήλικος άνδρας

    Gason ak fi, tigason ak tifi, twouve yo bloke e yo anfas destriksyon.

    Άνδρες και γυναίκες, αγόρια και κορίτσια, βλέπουν ότι έχουν εξοκείλει και αντιμετωπίζουν την καταστροφή.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Gason " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Gason" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη