Μετάφραση του "moun" σε Ελληνικά

Οι άνδρας, άνθρωπος, άτομο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "moun" σε Ελληνικά.

moun
+ Προσθήκη

Αϊτιανά-Ελληνικά λεξικό

  • άνδρας

    noun masculine

    Okenn moun, gason ou fi, pa dwe gen relasyon seksyèl anvan maryaj.

    Κανείς, άνδρας ή γυναίκα, δεν πρέπει να έχει σεξουαλικές σχέσεις πριν από τον γάμο.

  • άνθρωπος

    noun masculine

    Sa te kontrarye Lòt, paske se yon bon moun li te ye.

    Αυτό στενοχωρούσε τον Λωτ επειδή ήταν καλός άνθρωπος.

  • άτομο

    noun neuter

    Sa vrè pou tout moun ki te janm viv sou tè a.

    Αυτό ισχύει για κάθε άτομο που έχει ζήσει ποτέ επάνω στη γη.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " moun " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Moun
+ Προσθήκη

Αϊτιανά-Ελληνικά λεξικό

  • άνδρας

    noun

    αρσενικός άνθρωπος

    Okenn moun, gason ou fi, pa dwe gen relasyon seksyèl anvan maryaj.

    Κανείς, άνδρας ή γυναίκα, δεν πρέπει να έχει σεξουαλικές σχέσεις πριν από τον γάμο.

Φράσεις παρόμοιες με "moun" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "moun" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη