Μετάφραση του "Arkeologi" σε Ελληνικά

Οι αρχαιολογία, αρχαιολογία, αρχαιολογικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Arkeologi" σε Ελληνικά.

Arkeologi
+ Προσθήκη

Ινδονησιακά-Ελληνικά λεξικό

  • αρχαιολογία

    noun

    συστηματική μελέτη των υλικών καταλοίπων του ανθρώπινου παρελθόντος

    Arkeologi menyingkapkan bahwa mereka adalah suatu bangsa yang kuat dan suka berperang.

    Η αρχαιολογία αποκαλύπτει ότι αυτοί ήταν ένα ισχυρό πολεμοχαρές έθνος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Arkeologi " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

arkeologi
+ Προσθήκη

Ινδονησιακά-Ελληνικά λεξικό

  • αρχαιολογία

    noun feminine

    Pertimbangkan bagaimana arkeologi telah memberikan penerangan yang jelas mengenai catatan tentang Abraham.

    Εξετάστε πώς η αρχαιολογία έχει ρίξει φως στην αφήγηση σχετικά με τον Αβραάμ.

  • αρχαιολογικός

    adjective

    Makam Kores masih bisa dilihat di Pasargade, kota Persia kuno yang didirikan Kores dan sekarang adalah situs arkeologi di Iran.

    Ο τάφος του Κύρου υπάρχει ακόμα στις Πασαργάδες, μια αρχαία περσική πόλη που ίδρυσε ο Κύρος και σήμερα είναι αρχαιολογικός χώρος στο Ιράν.

Φράσεις παρόμοιες με "Arkeologi" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Arkeologi" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη