Μετάφραση του "Gipsi" σε Ελληνικά

Οι αθίγγανος ρομ, τσιγγάνος, αθίγγανος ρομ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Gipsi" σε Ελληνικά.

Gipsi
+ Προσθήκη

Ινδονησιακά-Ελληνικά λεξικό

  • αθίγγανος ρομ

    noun
  • τσιγγάνος

    noun masculine

    Para Gipsi telah kontak.

    Ο τσιγγάνος έχει επαφές.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Gipsi " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

gipsi
+ Προσθήκη

Ινδονησιακά-Ελληνικά λεξικό

  • αθίγγανος ρομ

    noun
  • ταξιδιώτης

    noun masculine
  • τσιγγάνος

    noun masculine

    Para Gipsi telah kontak.

    Ο τσιγγάνος έχει επαφές.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Gipsi" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη