Μετάφραση του "Kecil" σε Ελληνικά
Οι μικρός, μικρό, λίγος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Kecil" σε Ελληνικά.
kecil
adjective
-
μικρός
adjective masculineΟύτε μεγάλος ούτε χοντρός. Ασήμαντος. Χαμηλός σε ύψος.
Di rumahku cuma ada halaman kecil.
Έχω μόνο ένα μικρό κήπο.
-
μικρό
nounDi rumahku cuma ada halaman kecil.
Έχω μόνο ένα μικρό κήπο.
-
λίγος
adjectiveYeah, kau memang tinggi, tapi sebenarnya kau kecil, dan kau sudah tua.
Μπορεί να είσαι ψηλός, αλλά είσαι πολύ λίγος, και γέρασες.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- μικρή
- μικρόσ
- αδύναμος
- ανώριμος
- ασήμαντος
- επουσιώδης
- μηδαμινότητα
- μικροσκοπικός
- νέος
- νεαρός
- παιδί
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Kecil " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "Kecil" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
έτοιμο ανθυγιεινό φαγητό
-
όνομα
-
μικρά κεφαλαία
-
απεκκρίνω · κατουρώ · ουρώ
-
Ανατολία · Μικρά Ασία
-
πεζός
-
λεξικό
-
Μικρή Άρκτος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη