Μετάφραση του "Pinjaman" σε Ελληνικά

Οι Δάνειο, δάνειο, δανείζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Pinjaman" σε Ελληνικά.

Pinjaman
+ Προσθήκη

Ινδονησιακά-Ελληνικά λεξικό

  • Δάνειο

    Pinjaman kami mengambil, telah dipilah-pilah dengan bank

    Το δάνειο που πήρες... κανονίστηκε με την τράπεζα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Pinjaman " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

pinjaman
+ Προσθήκη

Ινδονησιακά-Ελληνικά λεξικό

  • δάνειο

    noun neuter

    Jika uang dipinjam untuk tujuan bisnis, si pemberi pinjaman dapat mengutip bunga.

    Αν το δάνειο προοριζόταν για επιχειρηματικούς σκοπούς, ο δανειστής μπορούσε να χρεώσει τόκο.

  • δανείζω

    verb

    Sebelum aku masuk ke penjara aku memberikan pinjaman uang pada kamu.

    Προτού πάω στη φυλακή, σου είχα δανείσει κάποια χρήματα.

  • δανεισμός

    noun masculine
  • πίστωση

    noun

    Kemudian memungkinkan pemerintah untuk bank swasta, pinjaman dari dalam warung ini.

    Δεύτερον, οι κυβερνήσεις επιτρέπουν στην ιδιωτική τραπεζική πίστωση να παρέχεται στην μορφή αυτού του κρατικού νομίσματος.

Φράσεις παρόμοιες με "Pinjaman" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • δανείζομαι · δανείζω · υιοθετώ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Pinjaman" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη