Μετάφραση του "akun" σε Ελληνικά

Το λογαριασμός είναι η μετάφραση του "akun" σε Ελληνικά.

akun
+ Προσθήκη

Ινδονησιακά-Ελληνικά λεξικό

  • λογαριασμός

    noun masculine

    Penyusup terakhir menerobos menggunakan akun superuser, memberinya akses ke dalam sistem.

    Ο πρόσφατος εισβολέας μας εισχώρησε χρησιμοποιώντας ανώτατο λογαριασμό, παίρνοντας πρόσβαση σε όλο το σύστημά μας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " akun " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "akun" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • λογαριασμός πρόσβασης περιεχομένου
  • πληροφορίες λογαριασμού
  • τομέας λογαριασμού
  • Λογαριασμός διαχειριστή · λογαριασμός διαχειριστή
  • ηλεκτρονικός λογαριασμός
  • λογαριασμός ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
  • κλείδωμα λογαριασμού
  • τυπικός λογαριασμός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "akun" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη